Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Χορευτική ομάδα «Rosas» στη Στέγη







Διχασμένους και προβληματισμένους μας βρήκε το τέλος της παρουσίασης του «PARTITA 2», της Βέλγικης ομάδας ‘Rosas’, στο θέατρο της Στέγης (13-12-2013). Δουλεμένο το έργο πάνω στην ομώνυμη μουσική σύνθεση του Johann Sebastian Bach, από την ιδρύτρια της χορευτικής ομάδας ‘Rosas’ , Anne Teresa De Keersmaeker, επιχειρεί, όπως το συνηθίζει η χορογράφος, τη σχηματοποίηση της μουσικής. Έχοντας τρία ισχυρά ‘ατού’: την επιλογή της μουσικής, την συμμετοχή της αξιόλογης Amandine Beyer, (βιολί επί σκηνής), και τον σημαντικό ερευνητή του σύγχρονου χορού Boris Charmatz, με τον οποίο συνοδοιπόρησε στη χορευτική ερμηνεία, εξασφάλιζε a priori την επιτυχία. Όμως όσο κι αν προσπαθώ να κατανοήσω τις αναζητήσεις της, καταλήγω πάλι στο συμπέρασμα που είχα δημοσιεύσει στην Ελευθεροτυπία (11/08/2009), για τη χορογραφία της «The song»: «Κουραστική πρόβα με θεατές».

Ανήσυχη, ακαταπόνητη στις αναζητήσεις της, η Keersmaeker, στα 30 περίπου χρόνια των δραστηριοτήτων της έγινε διάσημη με αρκετές επιτυχίες όπως το «Rosas danst Rosas», έργα δομημένα εντυπωσιακά με μαθηματική ακρίβεια, βασισμένα εκτός από τη μουσική και στις εικαστικές τέχνες ή τον ποιητικό λόγο. Όπως όμως είπε και ο Charmatz, που φιλοδοξεί να ιδρύσει στη Γαλλία ένα Μουσείο Χορού, «Δεν έχω δει ακόμα επιτυχημένη χορογραφία πάνω σε έργο του Μπαχ». Δύσκολη λοιπόν η μουσική αν και πλούσια σε πολλούς χορευτικούς ρυθμούς όπως co
urrante, shaconne, gigue, allemande, και η χορογραφία που θα μπορούσε να ονομαστεί και δομημένος αυτοσχεδιασμός, περιοριζόταν σε επαναλαμβανόμενους τρεχαλητούς κύκλους γύρω από ένα σημείο και σποραδικά πηδηματάκια. Κάτι που απέχει από μια παράσταση οργανωμένη με ευρύτερα στοιχεία και χορευτικούς σχηματισμούς.

Σαν επιστέγασμα της εμπειρίας, η συζήτηση με μερικές παλιές μου μαθήτριες όταν ανταλλάξαμε απόψεις, στην ερώτηση μου αν θα άκουγε κάποια απ’ αυτές ευχάριστα τη μουσική αφαιρώντας το θέαμα απάντησε «βεβαίως», κι όταν αντέστρεψα την ερώτηση αν θα έβλεπε με ενθουσιασμό την κίνηση των χορευτών αφαιρώντας την μουσική, γέλασε και παραδέχτηκε ότι αυτό θα ήταν αδιανόητο.

Maria Pages στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών





    Κι ακόμα είδαμε στην αίθουσα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής στις 10/11, το εκμοντερνισμένο Φλαμένκο της Μαρίας Παχές, που αν και ολιγόωρο (λίγο πάνω από 1 ώρα), πρόλαβε να αναδείξει την άψογα συγκροτημένη ενότητα της ομάδας με την ποιητική διάθεση των μουσικών επί σκηνής και την ανεπτυγμένη τεχνική των χορευτών δουλεμένων και στον κλασικό χορό.
                Κατεξοχήν ομαδικές οι μετακινήσεις τους στους χορογραφικούς σχηματισμούς της Ανδαλουσιανής, γνωστής από της συνεργασίες της με τον Κάρλος Σάουρα, Μαρίας Παχές, εκτός από τα 2 εντυπωσιακά soli της ίδιας μέσα στα εκθαμβωτικά φορέματα (κόκκινο και ασπρόμαυρο) σχεδιασμένα από την ίδια όπως και τα υπόλοιπα κοστούμια. Από τα ωραιότερα στιγμιότυπα ο χορός των 3 κοριτσιών με κόκκινες βεντάλιες σε χαρούμενους ρυθμούς.
                Η ευφυής ευρηματικότητα της Παχές δεν περιορίστηκε μόνο σ’ αυτά. Ανέλαβε και το σχεδιασμό του πλέον λιτού, που κατακτούσε όμως άμεσα το βλέμμα, σκηνικού που έχω δει έως τώρα: τριών φωτεινών οριζόντιων γραμμών στο μαύρο φόντο που άλλαζαν θέσεις και σχήματα, άλλοτε καμπυλώνοντας κι άλλοτε ευθυγραμμώντας ανεξάρτητα μεταφέροντας μας νοητικά στην «Ουτοπία», όπως υποβάλλει ο τίτλος της παράστασης και τις επιρροές του Βραζιλιάνου αρχιτέκτονα Oscar Niemeyer.



Ο χορός στη Στέγη. Ομάδα Klokworks



Πήγαμε πριν λίγες μέρες στο μικρό καλαίσθητο θεατράκι της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών να παρακολουθήσουμε μιά παράσταση χορού. Κι αυτό που είδαμε τελικά ήταν ένα μάθημα ρυθμικής. ‘Ενα πολύ ωραίο μάθημα ρυθμικής είναι η αλήθεια, καλοδουλεμένο και δομημένο προσεχτικά και με ακρίβεια στις επαναλαμβανόμενες ή ανακετευθυνόμενες διαδρομές των τεσσάρων χορευτών που κινούταν ως επί το πλείστον σαν σύνολο. Ανάμεσα τους και η επικεφαλής της ομάδας, klokworks, Μαριάννα Καβαλλιεράτου, υπεύθηνης και για τη χορογραφική σύνθεση του έργου «Recalculate»...
                Αφηρημένο εννοιολογικά αλλά και αποστεγνωμένο εντελώς από κάθε είδους θεαματικό εμπλουτισμό, στοιχεία αναμενώμενα σ’ ένα χορευτικό δρώμενο, η παρουσίαση σαν στόχο είχε να επισημάνει την αίσθηση του χρόνου και τις δυνατότητες εναλλαγών των κινήσεων που προσφέρονται μέσα στο χώρο. Μεγάλη στήριξη στην πραγματοποίηση αυτού του στόχου στάθηκε η εύστοχη, έντονα ρυθμική, μουσική του Dom Bouffard, που κυριολεκτικά καθοδηγούσε τους χορευτές. ‘Εξοχος και ο σχεδιασμός των φωτισμών από την Ελευθερία Ντεκώ.

Το όνειρο έγινε πραγματικότητα


Κι όμως. Ακόμα και στον τόπο μας. Ακόμα και σήμερα μπορούν τα όνειρα να γίνουν πραγματικότητα. Το όραμα της Βίκυς Μαραγκοπούλου, που εδώ και δεκαεννιά χρόνια διευθύνει επάξια το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού της Καλαμάτας, ονειρευόμενη ένα μόνιμο στέκι του χορού, υλοποιήθηκε τελικά φέτος εγκαινιάζοντας ένα πανέμορφο, υπερσύγχρονο Μέγαρο Χορού, το πρώτο στην Ελλάδα, με 675 θέσεις στην κεντρική αίθουσα, τεράστια σκηνή 1.500 τ.μ. και ένα στούντιο για μικρότερες εκδηλώσεις. Εκδηλος ο ενθουσιασμός όλων μας, συνόδεψε τις ευχές για ευοίωνο μέλλον. Πολύμορφο και πλουραλιστικό το Φεστιβάλ, με αρκετές παρουσίες Ελλήνων χορογράφων, όπως της Αγγελικής Στελλάτου, του Γιάννη Μανταφούνη, της Ιριδας Καραγιάν, αλλά και ξένους δημιουργούς.

Ξεχώρισαν οι δύο κορυφαίες βελγικές ομάδες Rosas και Ultima Vez. Μια σειρά πολύπλοκων σχηματισμών, αυστηρά δομημένων με μαθηματική ακρίβεια πάνω στη μινιμαλιστική μουσική του Στιβ Ράιχ, από την Αν Τερέζα Ντε Κέερσμακερ των «Rosas», σηματοδότησε με το έργο «Drumming» (1998) την έναρξη των εκδηλώσεων (18-19/7). Θαυμαστός ο κινητικός χειρισμός των 12 χορευτών/τριών σε μια ακατάπαυστη ροή εξατομικευμένων χορευτικών συμμετοχών στο σύνολο, με μια απίστευτη ενέργεια, που διαρκούσε ασταμάτητα 60 λεπτά και κατέληγε στο πέταγμα, στην αποθέωση της χαράς της ζωής.

Γνωστός για τη ζοφερότητα των θεμάτων του και τη βιαιότητα των κινήσεων που χαρακτηρίζουν τους 9 απίστευτης δεξιοτεχνίας χορευτές του, ο Βιμ Βαντεκέιμπους με την «Ultima Vez» μάς έφερε φρεσκαρισμένη την πρώτη του χορογραφία (1987), «What the Body Does Not Remember», για την οποία και βραβεύτηκε. Ακρως εντυπωσιακός ο πρόλογος, με δύο χορευτές ξαπλωμένους μπροστά στα κρουστά σ’ έναν πρωτότυπο διάλογο μαζί τους και αλλάζοντας στάσεις ανάλογα. Με κάποια ελαφρώς αισθητά κενά ανάμεσα στα τέσσερα μέρη, ο χορός εξελίχθηκε σε μάχη επιβίωσης, με πρωτόφαντη βιαιότητα, αν και μερικές πινελιές χιούμορ, μέχρι τελικής θριαμβικής πτώσης.