Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Ο «Ροντέν» του ‘Αιφμαν



                Κάποτε ήταν ο γαλλοεβραίος Μωρίς Μπεζάρ. Σήμερα είναι ο ρωσοεβραίος Μπόρις Άιφμαν. Οι δύο χορογράφοι που τον μεν πρώτο λάτρεψαν και τον δεύτερο αρχίζουν να λατρεύουν σήμερα οι συμπατριώτες μας. Κάτι στον ψυχισμό τους και κατ΄ επέκταση στο έργο τους αγγίζει την ψυχοσύνθεση των δικών μας και όχι μόνο. Αυτή η ανησυχία, η πρωτοπορία, το πάθος στη δημιουργική τους έκφραση ταιριάζει στο χαρακτήρα μας.
                Τον εξηνταεπτάχρονο σήμερα ‘Αιφμαν, μια σύνθετη χαρισματική προσωπικότητα ,γνώρισα στην πρώτη του επίσκεψη στο Μέγαρο Μουσικής με την «Κόκκινη Ζιζέλ», τη δραματική ιστορία της χορεύτριας ‘Ολγας Σπεσίβτσεβα, κι ενδιαφέρθηκε πολύ όταν του είπα πως ο άνδρας της Μπόρις Κνιάζεφ, είχε διδάξει από το 1960 έως τα 1965 στη Σχολή Μπαλέτου που είχα τότε. Στην τρίτη του αυτή επίσκεψη στην αίθουσα Τριάντη, μετά την «Άννα Καρένινα», γνωρίσαμε μια άλλη πτυχή του χορογράφου. Την ενασχόληση του με το δραματικό ρεαλισμό, τόσο πλούσιου σε κίνηση του έργου του Αύγουστου Ροντέν και της τραγικής ερωτικής του σχέσης με την επίσης γλύπτρια, ισότιμης καλλιτεχνικά ιδιοφυίας όπως πολλοί εικάζουν, Καμίγ Κλωντέλ, αδελφής του συγγραφέα Πώλ Κλωντέλ. Κι όμως στην ιστορία της τέχνης κυρίαρχο εμφανίζεται το όνομα του Ροντέν με τους Αστούς του Καλαί, το Φιλί κ.α., ενώ της Καμίγ μετά τη δεκαπεντάχρονη καλλιτεχνική κι ερωτική συνεργασία τους καταποντίζεται στο άσυλο ψυχοπαθών που την έκλεισε η οικογένεια της.
                Μέσα στο άσυλο ξεκινά και το μπαλέτο του «Ροντέν» (2011), κι εκεί το τελειώνει ο ‘Αιφμαν, αφού περάσει από τα θαυμάσια χορευτικά συμπλέγματα με της συναρπαστικές φωτοσκιάσεις, τα ευρηματικά, έξω από κάθε φαντασία στιγμιότυπα της δημιουργίας των γλυπτών και τα σπαραχτικά pas de deux έρωτα και μίσους των πρωταγωνιστών. Η εξπρεσιονιστική μπαλετική κίνηση σε ακραίες εξωπραγματικές εκφάνσεις αφήνει γι άλλη μια φορά τη σφραγίδα της σ’ ένα έργο ξεχωριστό απόρροια ενός μέγιστου της θεατρικοχορευτικής τέχνης.

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Ο Σικελικός Εσπερινός





                Κάποιοι είπανε κρίμα που από τις οκτώ προγραμματισμένες παραστάσεις του Σικελικού Eσπερινού, λόγω της απεργίας των τεχνικών της Λυρικής, πραγματοποιήθηκαν στην αίθουσα Τριάντη μόνο οι μισές (24-27/1). Κι εγώ λέω, πάλι καλά που πρυτάνευσε η λογική δίνοντας μας την δυνατότητα να απολαύσουμε το συναρπαστικό αριστούργημα του Βέρντι σε μια από τις θεαματικότερες μορφές του (εξαιρουμένων των σύγχρονων κουστουμιών της Κάρλα Ρικόττι) στην συμπαραγωγή του με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Και μένουμε με την ελπίδα της επανάληψης την επόμενη σεζόν.
            Από της ευτυχέστερες συγκυρίες η παρουσία του Ρενάτο Τζανέλλα στη θέση του διευθυντή του Μπαλέτου της ΕΛΣ, ο οποίος ανέλαβε και τη σκηνοθεσία του έργου συνδυάζοντας την αρμονικά με τα συνεχή επιτυχημένα χορογραφικά εμβόλιμα. Έχοντας μελετήσει σε βάθος το ιστορικό γεγονός της εξέγερσης  του 1282, επί κατοχής της Σικελίας από τα γαλλικά στρατεύματα, ο Τζανέλλα πλέκει έντεχνα το χορό μεσ’ από την δραματικότητα της υπόθεσης που δημιουργεί ένα κάδρο βίας μέσα στο οποίο εξελίσσεται η ερωτική ιστορία. Ευθύς εξαρχής η εμφάνιση των τριών χορευτριών δίνει την αίσθηση ότι αποτελούν πρόσωπα του έργου στα οποία προστίθενται σταδιακά και άλλα μέλη του μπαλέτου ανάμεσα στους τραγουδιστές δίνοντας έμφαση με τη δυναμικότητα και την ορμή της παρουσίας τους στη θεαματικότητα του συνόλου. Εδώ ο χορογράφος αξιοποιεί ευεργετικά για την όπερα τις ιδέες που πρωτοφάνηκαν στον «Φάουστ» του πριν δύο περίπου χρόνια, δημιουργώντας κυρίως μεγάλα σχήματα με ομαδικές ερμηνείες, απ’ όπου ξεχωρίζουν και κάποιοι σολίστ ή ντουέτα διατηρώντας καθ’ ολοκληρία την ένταση της δραματικής έκφρασης. Φόνοι, βιασμοί, απαγωγές, εορτασμοί, προβλήθηκαν με πειστικότητα από ένα αξιοθαύμαστα ζωντανό μπαλέτο όπως λίγες φορές το χουμε ζήσει. Εξαιρετικής φινέτσας στην Γ’ πράξη τα 3 ζεύγη των «Γάλλων» χορευτών, Ε. Ισαακίδου – Α. Νέσκωφ, Ν.Σιούτα –Ι.Σιάτζκο, Α.Στεργιανού –Γ.Βαρβαριώτη, σε αντιπαράθεση με την επιδιωκόμενη ορμητικότητα των «Σικελών», Α. Γάσπαρη, Μ. Κουσουνή, Ν. Ζέκα, Σ. Παπανούση. Στους Τζανέλλα –Κάλτσου χρωστάμε και τους θερμούς γλυκύτατους Μεσογειακούς φωτισμούς. Απόλυτα ταιριαστό το ευέλικτο αψιδωτό σκηνικό ( α λα Ντε Κίρικο) του Αλεσσάντρο Κάμερα, ευρηματικά ευμετάβλητο υπακούοντας στης ανάγκες του έργου.


Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Η Ωραία Κοιμωμένη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών




                Ήταν η πιο όμορφη προσφορά του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών με την εταιρία ΕΛΒΑ για τις μέρες των Χριστουγέννων (14-30/12). Οι 22 παραστάσεις της «Ωραίας Κοιμωμένης με το Μπαλέτο του Κρεμλίνου στην αίθουσα Τριάντη υπήρξαν η κορυφαία εορταστική εκδήλωση στους τελευταίους ζοφερούς χρόνους της καταπιεσμένης μας ύπαρξης σ’ αυτόν τον πλανήτη που μας έκανε να ξεχαστούμε κάπως μέσα στην ανακουφιστική ευδαιμονία της τέχνης και του παραμυθιού. Το σπουδαίο αυτό Μπαλέτο, απαύγασμα του κλασικισμού του Μάριου Πετιπά, μας κρατάει συντροφιά από το 1890, που πρωτοπαρουσιάστηκε στο θέατρο Μαριίνσκι της Αγίας Πετρούπολης, ενώ ατυχώς «ο Καρυοθραύστης» που χορογράφησε ο βοηθός του Πετιπά Λεβ ΙΒάνοφ, 2 χρόνια μετά και ανέβασε η Λυρική μας Σκηνή τις ίδιες αυτές ημέρες δεν αξιώθηκε να πραγματοποιήσει παρά ελάχιστες παραστάσεις λόγω…. της εορταστικής απεργίας του προσωπικού!
                Είναι άξιο θαυμασμού πως ένα μπαλέτο, όσο λαμπρό, μετά από τόσα χρόνια ατέλειωτων επαναλήψεων , με τις variations του απαρεγκλίτως μέσα στα προγράμματα διαγωνισμών χορού, ουδόλως αφήνει στο θεατή την αίσθηση του χιλιοειπωμένου. Οι δε σοφές παρεμβάσεις του Αντρέι Πετρόφ του έδωσαν  καινούρια φρεσκάδα μέσα στην πάντοτε μαγευτική μουσική του Π.Ι. Τσαϊκόφσκι και τα εύστοχα σκηνικά. Εκείνο όμως που θεωρώ επίτευγμα είναι η τόσο δύσκολη συγκέντρωση 10 ζευγαριών πρώτων χορευτών, από τις μεγαλύτερες όπερες, που εναλλάσσονταν στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Η στρατηγική αυτή αναζωπυρώνει το ενδιαφέρον για διαφορετικές ερμηνείες, έτσι μετά την έξοχη Αλίνα Κογιοκάρου για παράδειγμα να θελήσει κάποιος να δει την Ιάνα Σαλενκο, δράττοντας παράλληλα την ευκαιρία να εκτιμήσει για μια δεύτερη φορά την τελειότητα της κομψής τεχνικής του Μπαλέτου του Κρεμλίνου.

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

«Ο Καρυοθραύστης» της Λυρικής




            Μας μπέρδεψε ο Ρενάτο Τζανέλλα με την καινοτόμο χορογραφία του στον «Καρυοθραύστη», που ανέβασε το Μπαλέτο της Λυρικής στις 24 Νοεμβρίου σηματοδοτώντας τα επερχόμενα Χριστούγεννα και θα κρατήσει έως τις 28 Δεκεμβρίου. Και το μπέρδεμα βέβαια συνίσταται κυρίως στις αλλαγές του λιμπρέτου όπου η μικρή ηρωίδα η Κλάρα ενηλικιώνεται από την πρώτη κιόλας πράξη εξαφανίζοντας το παιδικό παραμύθι του Ε.Τ.Α. Hoffman «Ο Καρυοθραύστης και ο Βασιλιάς των Ποντικών», στο οποίο βασίστηκε ο Λέβ Ιβάνωφ για την χορογραφία το 1892, μετατρέποντας το σε μια ερωτική ιστορία για εφήβους και άνω. Αποτέλεσμα μαζί με το παραμύθι εξαφανίζονται και οι ποντικοί, στους οποίους είχαμε συνηθίσει, και τη θέση τους παίρνουν στρατιώτες και ένα pas des deux από την «Εισαγωγή – Φαντασία Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Ούτε λόγος δε για χώρα των ζαχαρωτών και Ζαχαρένια Νεράιδα (τα γλυκά βλάπτουν). Το ταξίδι με κάποιες αλλαγές πραγματοποιείται  στην Β’ Πράξη με την απαγωγή της Κλάρας από τον κακό εδώ νονό της Ντροσελμάγιερ που σκοτώνεται στο τέλος από τον αγαπημένο της Κλάρας, πρίγκιπα Αλεξέι. Και ακολουθεί το «Happy End» με τον γάμο τους. ‘Όμως το Χριστουγεννιάτικο δέντρο είναι στην θέση του και οι αγαπημένες μελωδίες του Πιότρ ‘Ιλιτς Τσαϊκόφσκι για το τρίτο και τελευταίο του μπαλέτο επίσης. Παράλληλα υπάρχουν πύργοι και βασιλιάδες ακόμα και η μεταλλαγμένη Νεράιδα του Βορρά.
            Παρόλ’ αυτά που μας ξενίσανε και μας προβλημάτισαν, η άποψη του Τζανέλλα έχει ενδιαφέρον και πολλά πλεονεκτήματα. Αφαιρει όλα τα κουραστικά παντομιμικά στοιχεία της πρώτης πράξης, δίνει μια καινούρια σύγχρονη πνοή κι έναν ελκυστικότερο ρυθμό σε όλο το μπαλέτο ξεσκονίζοντας κυριολεκτικά τα κατάλοιπα του χρόνου. Η σκηνοθετική και χορογραφική προσέγγιση είναι δουλεμένη με αγάπη στην παραμικρότερη λεπτομέρεια και συμβάλλει μαζί με τα εξαιρετικής ομορφιάς σκηνικά και κοστούμια του Κριστόφ Κρέμερ στην λαμπρότητα του θεάματος.
            Η Ευριδίκη Ισαακίδου (Κλάρα) και ο Αλεξάντερ Νέσκωβ (Αλεξέι), ενσάρκωσαν με άψογο στυλ και χαρούμενη διάθεση το ζεύγος των ερωτευμένων όπως χόρεψαν αντίστοιχα η Νατάσα Σιούτα με ιδιαίτερη χάρη και με επιδεξιότητα ο Ιγκόρ Σιάτζκο στην Γ’ διανομή.  Σύσσωμο το Μπαλέτο (και κυρίως οι χορεύτριες) επιβλήθηκε με την σωστή αντίληψη ομορφιάς της φόρμας και του μέτρου. Διακρίθηκαν επίσης οι Αιμιλία Γάσπαρη (Νεράιδα του Βορρά), Σταυρούλα Καμπουράκη (Ιταλικό Χορό) και με την Μάνια Καραβασίλη (Χιονονιφάδες).

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Μπαλέτο Όπερας Λυών στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών




            Ο χρόνος, η βία, η μοναξιά και πάνω απ’ όλα η αδυσώπητη ανάγκη για ελευθερία συγκεντρώνονται στο τρίπρακτο μπαλέτο του Τσέχου. Γίρζυ Κύλιαν «One of a Kind” δημιουργία 1998, που παρουσιάστηκε στην αίθουσα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής 8-10 Νοεμβρίου. Στο φαλακρό, ανάλγητο τοπίο του Atsushi Kitagawata και κάτω από τους ήπιους νυστακτικούς ήχους ηλεκτρονικής μουσικής του Brett Dean κ.α., καθώς και του τσελίστα Pieter Wispelwey, σε ζωντανή παρουσία μπροστά στο αριστερό της σκηνής, μια χορεύτρια αρχίζει να ξεχωρίζει ανάμεσα στις ανθρώπινες φιγούρες που κυκλοφορούν μεμονωμένα και συμπτωματικά ενώνονται για λίγο σε καινοφανείς, παράδοξους σχηματισμούς. Η ίδια χορεύτρια, κεντρικό πρόσωπο σε όλη τη διάρκεια του έργου, επιδεικνύει την αποφασιστικότητα και το δυναμισμό της να παραμείνει στο προσκήνιο σαν σύμβολο της δύναμης του ασθενούς φύλου.
            Στην δεύτερη πράξη το βιολοντσέλο πάντα αριστερά, τώρα επάνω στη σκηνή ζωντανεύει ήχους πιο ρυθμικούς. Τα σώματα των χορευτών πάλλονται. ‘Ένα κουαρτέτο προβάλλει την ευρηματικότητα και τη σύμπνοια της εκτέλεσης των θαυμάσιων κινητικών επινοήσεων του Τσέχου χορογράφου. Συνεχείς έλξεις και βίαιες απωθήσεις σχηματίζουν ένα ποικιλόμορφο πεδίο συγκρούσεων με ταχύτατες εναλλαγές που αποδεικνύουν την εξαιρετική χορευτική παιδία των μελών του μπαλέτου της Λυών.
            Μια τεράστια κροσσωτή κουρτίνα με τον βιολοντσελίστα φωτισμένο πίσω από αυτήν συνθέτει το σκηνικό του τρίτου μέρους, χωρίζοντας τη σκηνή στα δύο κι αφήνοντας την ελευθερία στους χορευτές να μπαινοβγαίνουν με άνεση. Στο προσκήνιο τώρα κυριαρχούν 2 ζεύγη με κινήσεις απότομες, γοργές σαν ξεσπάσματα βίας και οργής μιας συσσωρευμένης αγανάκτησης. Ωστόσο παρ’ όλα αυτά και παρά την έντονη ρυθμική μουσική που δεσπόζει, ένας διάχυτος λυρισμός που ολοκληρώνεται με το εξαιρετικό σόλο της χορεύτριας υποταγμένης στη μελωδία, φέρνει το έργο σε μια πλήρη αριστουργηματική ολοκλήρωση με μόνο μειονέκτημα τη μεγάλη διάρκεια της πρώτης πράξης.